Ελάχιστες οι επιπτώσεις των προϊόντων δυνητικά μειωμένου κινδύνου σε σύγκριση με το κάπνισμα, σύμφωνα με τη Διακήρυξη κατά του καπνίσματος της οργανωτικής επιτροπής του «2nd Scientific Summit on Tobacco Harm Reduction: Novel products, Research & Policy»

Στη διαμόρφωση Διακήρυξης για την διακοπή του καπνίσματος προχώρησε η οργανωτική επιτροπή του «2nd Scientific Summit on Tobacco Harm Reduction: Novel products, Research & Policy».

Το 2ο Συνέδριο για τα εναλλακτικά προϊόντα καπνού, που ολοκληρώθηκε στην Αθήνα εστίασε στον έλεγχο και τη διακοπή του καπνίσματος για την προστασία της δημόσιας υγείας και τις πολιτικές υγείας. Η οργανωτική επιτροπή, η οποία αποτελείται από τους Δημήτριο Κουρέτα, Κωνσταντίνο Πουλά, Αναστασία Μπαρμπούνη και Ιγνάτιο Οικονομίδη υπέγραψε διακήρυξη με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Κατά του Καπνίσματος, 31 Μαΐου.

Η Διακήρυξη έχει τίτλο «Η διακοπή του καπνίσματος είναι ένα από τα αποτελεσματικότερα μέτρα δημόσιας υγείας και η μείωση του κινδύνου από το κάπνισμα μπορεί να αποτελέσει συμπληρωματική λύση στον έλεγχο του καπνίσματος». Έλαβε υπ’ όψιν τα όσα ειπώθηκαν στο Συνέδριο, ενώ έχει υποβληθεί σε διαβούλευση στους ομιλητές, από τους οποίους ήδη κάποιοι την προσυπογράφουν.

Η Διακήρυξη έχει ως εξής:

«Παρότι οι αρνητικές επιπτώσεις του καπνίσματος στην υγεία είναι γνωστές εδώ και δεκαετίες, 1 εκατομμύριο άτομα παγκοσμίως είναι ακόμη καπνιστές και 7 εκατ. ετησίως βρίσκουν πρόωρο θάνατο από σχετιζόμενες με το κάπνισμα νόσους. Στη σύγχρονη εποχή, της ολοένα ταχύτερης τεχνολογικής εξέλιξης και καινοτομίας, η διακοπή καπνίσματος παραμένει μία από τις ιατρικές παρεμβάσεις με τον μεγαλύτερο αντίκτυπο και με τη μεγαλύτερη οικονομική αποδοτικότητα.

Είναι απαραίτητο οι επαγγελματίες της υγείας και οι υπεύθυνοι για τη δημόσια υγεία να ευαισθητοποιούν συνεχώς τους καπνιστές και το σύνολο του πληθυσμού σχετικά με τις αρνητικές επιπτώσεις του καπνίσματος· καθώς επίσης, να παρέχουν πολλαπλά και αποτελεσματικά εργαλεία στους καπνιστές για να έχουν τα εφόδια να διακόψουν το κάπνισμα το συντομότερο δυνατό.

Τα τελευταία χρόνια, η μείωση του κινδύνου από το κάπνισμα συνιστά μία από τις πιο επίκαιρες συζητήσεις με έντονη αντιπαράθεση στο πεδίο της δημόσιας υγείας.

Ένας προβληματισμός που τίθεται είναι η ενεργός συμμετοχή της καπνοβιομηχανίας στην προώθηση αυτών των προϊόντων, καθώς και ανησυχίες σχετικά με τη συνεχόμενη χρήση και εξάρτηση από τη νικοτίνη, και τη δυνητική υιοθέτηση της χρήσης των εναλλακτικών προϊόντων καπνού από νέους και μη καπνιστές.

Η προσέγγιση της μείωσης του κινδύνου έχει υιοθετηθεί σε πολλές περιπτώσεις στην ιατρική, στη δημόσια υγεία αλλά και στην καθημερινή ζωή. Τα επιστημονικά δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματικότητα των προϊόντων μείωσης του κινδύνου, όπως ο σουηδικός καπνός snus (υγρός καπνός για εισπνοή/μάσηση) και το ηλεκτρονικό τσιγάρο στη διακοπή του καπνίσματος διαρκώς αυξάνονται.

Επιπρόσθετα, αναπτύσσονται συνεχώς καινοτόμα προϊόντα καπνού χωρίς καύση, τα οποία μπορεί να είναι ελκυστικά σε περισσότερους καπνιστές και να τους βοηθήσουν να αντικαταστήσουν με αυτά το τσιγάρο, ενώ τα δεδομένα που υποστηρίζουν τον δυνητικά μειωμένο κίνδυνο των προϊόντων αυτών αυξάνονται.

Παρότι η διακοπή του καπνίσματος χωρίς τη χρήση οποιουδήποτε εναλλακτικού προϊόντος ή με τη βοήθεια εγκεκριμένων φαρμάκων και ψυχολογικής υποστήριξης παραμένουν κύριες επιλογές, αναγνωρίζουμε ότι οι μέθοδοι αυτές δεν είναι δημοφιλείς και αποδεικνύονται αναποτελεσματικές για πολλούς καπνιστές.

Αν και συχνά (αλλά όχι πάντα) η χρήση προϊόντων μείωσης του κινδύνου από το κάπνισμα καταλήγει στη συνέχιση της χρήσης νικοτίνης, οι επιπτώσεις τους είναι ελάχιστες συγκριτικά με τη συνέχιση του καπνίσματος τσιγάρου.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις καταστρεπτικές επιπτώσεις στην υγεία και την κοινωνία από το κάπνισμα και αναγνωρίζοντας ότι είναι απαραίτητη η διεξαγωγή μακροχρόνιων επιδημιολογικών μελετών με σκοπό την ποσοτικοποίηση του σχετικού κινδύνου από την χρήση των νεότερων καπνικών προϊόντων, θεωρούμε ότι τα προϊόντα μείωσης του κινδύνου από το κάπνισμα θα μπορούσαν να αποτελέσουν επιλογή για τους καπνιστές εκείνους που δεν επιθυμούν ή δεν μπορούν να διακόψουν το κάπνισμα με άλλες μεθόδους.

Ένα κανονιστικό πλαίσιο το οποίο θα υιοθετήσει μια προσέγγιση σταθμισμένου κινδύνου, αφενός παρέχοντας στον πληθυσμό ισορροπημένη πληροφόρηση και εκπαίδευση και αφετέρου μια διαφοροποίηση και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στα προϊόντα μείωσης του κινδύνου από το κάπνισμα έναντι του τσιγάρου, θα μπορούσε να μεγιστοποιήσει τα οφέλη και να ελαχιστοποιήσει τις πιθανές αρνητικές επιπτώσεις για τη δημόσια υγεία. Σε κάθε περίπτωση η συνέχιση του καπνίσματος αποτελεί τη χειρότερη δυνατή επιλογή για έναν καπνιστή.

Η μείωση του κινδύνου από το κάπνισμα μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά σε όλα τα υπόλοιπα μέτρα ελέγχου του καπνίσματος, ως επιπρόσθετο εργαλείο για τη μείωση της συχνότητας του καπνίσματος στον πληθυσμό».